Με την Αριστερά δεν συζητάς, την πολεμάς!
Η σύγκρουση των αγροτών με την κυβέρνηση του Σύριζα δεν έχει μόνο κίνητρα οικονομικά. Το μίσος της ευρύτερης Αριστεράς προς την αγροτική τάξη είναι ιδεολογικό. Οι διεθνιστές και οι απάτριδες δεν μπορούν να ανεχθούν ανθρώπους με την γη τους. Γι’ αυτό και η εϕαρμογή του μέτρου για τον αγροτικό ΦΠΑ έγινε από τον Σύριζα.
Όλοι οι εθνικιστές οϕείλουμε να αγωνιστούμε για να αποτραπεί ο οικονομικός αϕανισμός της αγροτιάς και η προλεταριοποίηση της.
Η Λ.Ε.Π.ΕΝ. βρίσκεται ήδη στα μπλόκα στην Πελοπόννησο, στην Δ.Ελλάδα στην Λάρισα και στην Αν. Μακεδονία.
Οι αριστεριστές υποτελείς των Βρυξελλών θα μας δουν σύντομα παντού, απέναντί τους.
Πολίτες «ενεργοί» και πολίτες «παθητικοί» στην Αρχαία Ελλάδα
1. Η ΣΤΕΡΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
Η στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στη λήψη των αποφάσεων, μπορούσε να είναι αποτέλεσμα είτε δικαστικής απόφασης είτε μιας στάσης.
1.1 Η ατιμία: Ο όρος ατιμία φαίνεται ότι κάλυπτε δύο είδη αποκλεισμού από τη συμμετοχή στην πολιτική ζωή. Σύμφωνα με την παλαιότερη χρήση του. ο όρος υποδήλωνε ότι ο πολίτης που υποβλήθηκε στην ποινή αυτή αποτελούσε πλέον ένα είδος παρανόμου τον οποίο μπορούσαν και να θανατώσουν, χωρίς επακόλουθη τιμωρία και να κατασχέσουν τη περιουσία του. Πολύ γρήγορα όμως, ήδη από το τέλος του 6ου αιώνα, και τουλάχιστον στην Αθήνα, η ατιμία απόκτησε λιγότερο ριζοσπαστική σημασία: η επιβολή της ατιμίας σε έναν πολίτη σήμαινε την αφαίρεση των πολιτικών του δικαιωμάτων και τον αποκλεισμό από τα ιερά της πόλης.
Ο άτιμος δεν είχε πλέον το δικαίωμα συμμετοχής στην εκκλησία του δήμου, στα δικαστήρια και δεν μπορούσε να θέσει υποψηφιότητα για καμία αρχή. Δεν έπαυε όμως να ανήκει στο πολιτικό σώμα, συνεπώς η ένωσή του με μία Αθηναία ήταν νόμιμη, όπως και η Ιδιοκτησία των αγαθών που του ανήκαν. Τίθενται δύο προβλήματα αναφορικά με την ατιμία: πρώτον, ήταν κληρονομική, και δεύτερον, ποια ήταν τα σφάλματα που μπορούσαν να επισύρουν την επιβολή της;
Ως προς το πρώτο σημείο, φαίνεται ότι η ατιμία αποτελούσε ισόβια καταδίκη, δεν αφορούσε όμως παρά μόνο στον ένοχο, και όχι στους απογόνους του. Σε μία μόνο περίπτωση, όμως, η ατιμία μπορούσε να είναι κληρονομική, αν επρόκειτο για κάποιον που χρωστούσε στο δημόσιο, κάποιον πολίτη που δεν είχε εξοφλήσει κάποιο πρόστιμο που του είχε επιβληθεί από δικαστήριο ή που δεν είχε, ως γεωργός υπεύθυνος για έναν φόρο, αποδώσει τα ποσά που είχε συγκεντρώσει.
Στην περίπτωση αυτή, αν πέθαινε πριν εξοφλήσει το χρέος του, η ατιμία βάραινε τους κληρονόμους του, αλλά έπαυε βεβαίως όταν οι τελευταίοι πλήρωναν το χρέος. Εκτός από αυτές τις περιπτώσεις χρέωσης, τα άλλα σφάλματα που μπορούσαν να επιφέρουν την επιβολή ατιμίας ήταν διαφόρων ειδών άλλα αφορούσαν σε ιδιωτικές βλάβες, κακή μεταχείριση, σεξουαλική βία. διάλυση πατρικής κληρονομιάς κ.λπ.) και άλλα αφορούσαν σε δημόσιες βλάβες (διαφθορά δικαστών, ψευδομαρτυρία, επανειλημμένες καταδίκες για την υποβολή παράνομων προτάσεων.
Φαίνεται επίσης πως υπήρχαν και μορφές μερικής ατιμίας. Το παράδειγμα που αναφέρεται πάντα για την περίπτωση αυτή είναι των πολιτών εκείνων που είχαν υπηρετήσει στο στράτευμα που είχε μείνει στην Αθήνα κατά τη στάση των ολιγαρχικών του 411 και καταδικάστηκαν να μην παίρνουν πια τον λόγο στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, διατηρώντας όμως το δικαίωμα να παραβρίσκονται στις συνελεύσεις.
Άλλες περιπτώσεις μερικής ατιμίας αναφέρονται από τον ρήτορα Ανδοκίδη, όπως. για παράδειγμα, η απαγόρευση να εγείρουν αγωγή στα δικαστήρια ή να διασχίζουν την αγορά. Υπάρχουν όμως πολλά σκοτεινά σημεία σχετικά με τις διάφορες διαδικασίες που οδηγούσαν σε μια τέτοια στέρηση ορισμένων πολιτικών δικαιωμάτων.
1.2 Οι πολιτικές επαναστάσεις: Μέσα από την ιστορία της Αθήνας και πάλι θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε πώς μπορούσαν οι πολίτες να στερηθούν τα πολιτικά τους δικαιώματα, παραμένοντας συγχρόνως μέλη της πολιτικής κοινότητας. Θα συγκροτήσουμε τρεις στιγμές της ιστορίας αυτής, τη στάση των ολιγαρχικών το 411, τη διακυβέρνηση των Τριάκοντα και το πολίτευμα που υιοθετήθηκε το 322 υπό την πίεση του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου.
1.2.1 Η στάση του 411: Μετά τη βαριά ήττα που υπέστη η Αθήνα στη Σικελία το 411, οι εχθροί της δημοκρατίας, εκμεταλλευόμενοι την αναταραχή που επικρατούσε στην πόλη, κατέλαβαν την εξουσία στην Αθήνα και εγκαθίδρυσαν νέους νόμους, σύμφωνα με τους οποίους μόνο πέντε χιλιάδες πολίτες από τους τριάντα πέντε χιλιάδες που υπήρχαν στην πόλη θα μπορούσαν να ασκούν τα πολιτικά τους δικαιώματα. Είδαμε ήδη πώς απέτυχε το εγχείρημα, από την αντίδραση του ναυτικού και του στρατεύματος, που καθαίρεσαν τους στρατηγούς τους και αρνήθηκαν να αποδεχτούν τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί στην Αθήνα.
Χωρίς την υποστήριξη του στόλου και μέρους του στρατεύματος, οι ολιγαρχικοί δεν μπόρεσαν να διατηρηθούν στην εξουσία και η δημοκρατία υποκαταστάθηκε. Γνωρίζουμε, όμως, από τον λόγο ενός ρήτορα της εποχής ότι ήδη είχαν αρχίσει να συντάσσουν τον κατάλογο εκείνων που θα διατηρούσαν πλήρη πολίτικα δικαιώματα. Οι υπόλοιποι δεν θα έχαναν βέβαια την ιδιότητα του Αθηναίου, θα μετατρέπονταν όμως σε «παθητικούς» πολίτες.
1.2.2 Η διακυβέρνηση των Τριάκοντα: Το 405, η Αθήνα υπέστη μια σοβαρή ναυτική ήττα στους Αιγός ποταμούς από τον στόλο των Λακεδαιμονίων. Η ήττα αυτή σήμανε το τέλος του πολέμου που για ένα τέταρτο του αιώνα είχε φέρει αντιμέτωπες τις δύο μεγάλες πόλεις καιτους συμμάχους τους. Ενώ ο ναύαρχος Λύσανδρος είχε αποκλείσει το λιμάνι του Πειραιά, οι ολιγαρχικοί κατέλαβαν για μια ακόμη φορά την εξουσία, αναθέτοντας σε τριάντα πολίτες την εγκαθίδρυση νέου πολιτεύματος.
Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ, καθώς, αφού για μερικούς μήνες οι Τριάκοντα σκόρπισαν στην πόλη τον τρόμο, οι εσωτερικές τους διαμάχες διευκόλυναν την επάνοδο της δημοκρατίας λίγο αργότερα. Το σχέδιο προέβλεπε ότι η άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων θα περιοριζόταν μόνο σε τρεις χιλιάδες πολίτες, ενώ οι άλλοι θα αποκλείονταν από την πολιτεία.
Ο ρήτορας Λυσίας, που είχε βοηθήσει στην επάνοδο των δημοκρατικών στην Αθήνα, περιγράφει ως απόλυτο τον αποκλεισμό αυτό, φτάνοντας στο σημείο να πει ότι όσοι δεν ανήκαν σ’ αυτούς τους Τρεις Χιλιάδες θα «στερούνταν την πατρίδα τους». Στην πραγματικότητα, οι πολυάριθμοι δημοκρατικοί που εγκατέλειψαν την πόλη το έκαναν αφ’ ενός μεν για να ξεφύγουν από τις απειλές που τους βάραιναν, αφ’ ετέρου δε για να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της δημοκρατίας.
Μετά την αποκατάσταση αυτή, έγινε μία ακόμη απόπειρα περιορισμού του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή μόνο στους κατόχους ακίνητης περιουσίας. Το σχέδιο απορρίφθηκε, αν όμως είχε πετύχει το ένα πέμπτο περίπου των πολιτών θα είχε βρεθεί χωρίς πολιτικά δικαιώματα.
1.2.3 Η απόφαση του 322: Το 322, με την ανακοίνωση του θανάτου του Αλέξανδρου, οι Αθηναίοι, παρασύροντας μαζί τους και μερικά άλλα ελληνικά Κράτη, κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον του Μακεδόνα στρατηγού Αντίπατρου, στον οποίο ο Αλέξανδρος είχε εμπιστευτεί το βασίλειό του πριν ξεκινήσει την εκστρατεία στην Ασία. Οι Έλληνες ηττήθηκαν και το 322 οι Αθηναίοι αναγκάστηκαν να δεχτούν την παρουσία μακεδονικής φρουράς στον Πειραιά και την εγκατάσταση τιμοκρατικού καθεστώτος: για να συμμετέχει κάποιος στην πολιτική ζωή έπρεπε να έχει περιουσία αξίας τουλάχιστον δύο χιλιάδων δραχμών.
Συνεπώς περισσότεροι από τους μισούς Αθηναίους πρέπει να αποκλείστηκαν από την ιδιότητα του ενεργού πολίτη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, συγγραφέα του τέλους του 1ου αιώνα μ.κ.ε. ένα μέρος αυτών μετανάστευσαν στη Θράκη. Κι αυτό γιατί, κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 4ου αιώνα, ο αποκλεισμός από την πολιτική ζωή σήμαινε για τα φτωχότερα στρώματα την απώλεια των υλικών προνομίων της πολιτικής ιδιότητας, δηλαδή τους διάφορους μισθούς, τη διανομή του θεωρικού, τις αμοιβές για όσους υπηρετούσαν στον στόλο.
Πιθανότατα η απώλεια των υλικών αυτών προνομίων, περισσότερο από τη στέρηση της συμμετοχής στις δημόσιες υποθέσεις, έγινε αισθητή με σκληρότερο τρόπο από την πλειοψηφία, καθώς, όπως θα διαπιστώσουμε, η πολιτική ζωή είχε περιέλθει σταδιακά στα χέρια μια μειοψηφίας «πολιτικών».
2. Η ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΖΩΗ
Πρόκειται για πρόβλημα που απασχόλησε την Αθήνα, τη μόνη πόλη για την οποία για μια ακόμη φορά διαθέτουμε επαρκείς πληροφορίες. Το πρόβλημα αυτό είναι ένα από αυτά που προκάλεσαν τις περισσότερες συζητήσεις και διαμάχες μεταξύ των ιστορικών της εποχής μας. Ας προσπαθήσουμε να αποκαλύψουμε τις διάφορες όψεις του.
2.1 Δημοκρατία και συμμετοχή: Είδαμε προηγουμένως τι σήμαινε η εγκαθίδρυση δημοκρατικού καθεστώτος στην Αθήνα: τη συμμετοχή στις συνελεύσεις, όπου λαμβάνονταν οι αποφάσεις που δέσμευαν το σύνολο της πολιτικής κοινότητας. Σε ποιο βαθμό ήταν πραγματική η συμμετοχή αυτή; Γνωρίζουμε ότι για ορισμένες ψηφοφορίες, όπως, για παράδειγμα, τον 5ο αιώνα για να ξεκινήσει η διαδικασία του εξοστρακισμού, καθώς και για να παραχωρηθούν πολιτικά δικαιώματα, χρειαζόταν απαρτία έξι χιλιάδων ψηφοφόρων.
Δεν έχουμε καμία σαφή ένδειξη σχετικά με τον αριθμό των πολιτών της κλασικής Αθήνας. Η μόνη γνωστή απογραφή από τα τέλη του 6ου αιώνα αναφέρει 21.000 πολίτες. Πιστεύουμε όμως γενικά ότι, την παραμονή του Πελοποννησιακού πολέμου, ο αριθμός των Αθηναίων ήταν μεταξύ 35 και 40.000, και στην αρχή του 4ου αιώνα παραδίδεται ο αριθμός 30.000 και από τον φιλόσοφο Πλάτωνα και από τον ποιητή Αριστοφάνη. Δηλαδή συνήθως λιγότερο από το ένα έκτο των πολιτών συμμετείχε πραγματικά στις συνεδριάσεις της εκκλησίας του δήμου.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα πέντε έκτα αδιαφορούσαν για τις υποθέσεις της πόλης. Κατ’ αρχήν, επειδή η σύνθεση της εκκλησίας του δήμου διέφερε ανάλογα με τις συνθήκες, την εποχή του έτους, τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ήταν ευκολότερο για τους κατοίκους του άστεως. παρά για τους κατοίκους της υπαίθρου, να μεταβαίνουν στην Πνύκα. Οι νοσταλγοί των παλαιότερων εποχών αρέσκονταν να αναφέρουν αυτό που ένας σύγχρονος ιστορικός ονόμασε «δημοκρατία των γεωργών», όταν πολίτες ήταν μόνο οι ιδιοκτήτες ακίνητης περιουσίας και απεχθάνονταν την ιδέα να μεταβαίνουν στην πόλη για κάθε λόγο.
Ο ποιητής Αριστοφάνης, ένας από τους νοσταλγούς αυτούς, κατήγγειλε τις βλαβερές συνέπειες του θεσμού του εκκλησιαστικού μισθόν, που προσήλκυε στην εκκλησία του δήμου κάθε είδους εξαθλιωμένους πολίτες με μόνη επιδίωξη την είσπραξη των τριών οβολών που τους επέτρεπε να ζήσουν χωρίς να κάνουν τίποτε. Πρέπει, ωστόσο, να υπενθυμίσουμε ότι η εκκλησία του δήμου συνερχόταν κανονικά σαράντα φορές τον χρόνο και ότι, ακόμη και αν υπήρχαν κάποιες επιπλέον έκτακτες συνελεύσεις, δεν έφταναν για να ζήσει ένα άτομο χωρίς πόρους – ακόμα κι αν δεν είχε χάσει καμία συνέλευση.
Πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίσουμε με σύνεση την κριτική που ασκούν οι αντίπαλοι της δημοκρατίας, κατηγορώντας την εκκλησία του δήμου ως άναρχη και συγχρόνως παντοδύναμη, που κυριαρχείται από μια μάζα φτωχών πολιτών και αποτελεί παίγνιο στα χέρια των δημαγωγών. Οι πολυάριθμες αποφάσεις που προέρχονται από τις συνελεύσεις αυτές και που έφτασαν ώς εμάς, μαρτυρούν την καλή λειτουργία του συστήματος, και ότι η συμμετοχή του δήμου, του λαού, στη λήψη των αποφάσεων αποτελούσε πραγματικότητα.
Η αποτυχία των δύο ολιγαρχικών στάσεων, προς τα τέλη του 5ου αιώνα, αποτελεί απόδειξη της προσκόλλησης των περισσότερων πολιτών στο πολιτικό καθεστώς του οποίου γνώριζαν ότι αποτελούσαν την κινητήρια δύναμη. Μετά από αυτά, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι ο βαθμός συμμετοχής στην πολιτική ζωή δεν ήταν ο ίδιος για όλους.
Πράγμα που μας οδηγεί να θέσουμε το ζήτημα της ύπαρξης μιας «πολιτικής τάξης».
2.2 Η πολιτική τάξη: Σύμφωνα με τον φιλόσοφο Αριστοτέλη, σε πολλές πόλεις η διαχείριση των υποθέσεων βρισκόταν στα χέρια της μειοψηφίας εκείνων που, λόγω περιουσίας και ελεύθερου χρόνου, είχαν τη δυνατότητα να επιδιώκουν τις ανώτατες αρχές. Στην περίπτωση της δημοκρατικής Αθήνας, όπου η αμοιβή για τις δημόσιες λειτουργίες επέτρεπε σε όλους να έχουν πρόσβαση σ’ αυτές, τα πράγματα ήταν κάπως διαφορετικά, αλλά η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης δεν έπαυε να αποτελεί και εκεί πραγματικότητα.
2.2.1: Οι τάξεις κατά τον Σόλωνα: Πρέπει εδώ να επανέλθουμε στο ζήτημα που ήδη τέθηκε, των «σολώνειων τάξεων». Σύμφωνα με τον συγγραφέα της Αθηναίων Πολιτείας, η κατανομή των πολιτών σε τέσσερις τάξεις ανάλογα με το εισόδημά τους είχε στόχο κατ’ αρχήν να ρυθμίσει την πρόσβαση στις αρχές. Έτσι, για παράδειγμα, μόνο οι πολίτες των δύο πρώτων τάξεων μπορούσαν να γίνουν άρχοντες και μόνο κατά τον 5ο αιώνα έγινε δυνατή η πρόσβαση και για τους πολίτες της τρίτης τάξης, τους ζευγίτες.
Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η κατάταξη του Σόλωνα κάλυπτε περισσότερο στρατιωτικά και φορολογικά ζητήματα, παρά την ανάγκη περιορισμού της πρόσβασης στις αρχές για τους πιο πλούσιους. Είναι πραγματικά δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ένας μικρός γεωργός, ακόμα και αν ανήκε στην τάξη των ζευγιτών, θα μπορούσε χωρίς συνέπειες να εγκαταλείψει τη γη και τα χωράφια του κατά τη διάρκεια ενός ολόκληρου έτους.
2.2.2 Η προέλευση των πολιτικών ανδρών: Πράγματι, οι πολιτικοί άνδρες των πρώτων δεκαετιών του 5ου αιώνα, τα ονόματα των οποίων έχουν φτάσει ώς εμάς, ανήκαν όλοι στις παλαιές αριστοκρατικές οικογένειες της Αθήνας. Αυτό ίσχυε και στην περίπτωση του Κλεισθένη, στο τέλος του προηγούμενου αιώνα.
Το ίδιο και για τον Μιλτιάδη και τον γιο του Κίμωνα, για τον Αριστείδη και τον Θεμιστοκλή, και βέβαια για τον ίδιο τον Περικλή. Οι κατάλογοι των αρχόντων που διαθέτουμε δεν μας επιτρέπουν πάντα να αποφανθούμε για την κοινωνική κατάσταση εκείνων που αναλάμβαναν τη λειτουργία αυτή κατά τον 5ο αιώνα, δεν θα μπορούσαμε όμως να αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι ανήκαν σε εύπορες τάξεις.
Η καθιέρωση της μισθοφόρους μπορεί να επέτρεψε στους φτωχότερους πολίτες να συμμετέχουν στα δικαστήρια της Ηλιαίας, δηλαδή να υπηρετούν την πόλη για ένα ολόκληρο έτος ως βουλευτές, δεν επέφερε όμως σημαντικές μεταβολές στην ήδη υπάρχουσα κατάσταση. Παρόμοια, μπορεί να είχαν όλοι το δικαίωμα να μιλήσουν στις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου, αναμφίβολα όμως. εκ των πραγμάτων, εκείνοι που μιλούσαν ήταν αυτοί που, χάρη στην εκπαίδευσή τους, χειρίζονταν με ευχέρεια τον λόγο και μπορούσαν να επιβληθούν σε μια συγκέντρωση πολλών ατόμων.
Ας προσθέσουμε, επιπλέον, ότι οι ανώτεροι άρχοντες, οι στρατηγοί ή οι θησαυροφύλακες, εκλέγονταν και ότι κατά την εκλογή το βάρος έπεφτε στις τοπικές επιρροές. Γι’ αυτό τον λόγο εξάλλου, η κλήρωση θεωρείτο πιο δημοκρατικός τρόπος εκλογής. Αλλά και η κλήρωση αυτή γινόταν από καταλόγους που συγκροτούσαν οι δήμοι και οι φυλές και εκεί επίσης μπορούσε να παίξει ρόλο το προσωπικό γόητρο, η καταγωγή ή η περιουσία.
Βέβαια, στην Αθήνα περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η πρόσβαση στις αρχές ήταν σχετικά ανοιχτή. Όμως. πέρα από τις ίδιες τις αρχές, η διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων παρέμενε στα χέρια μιας μειοψηφίας μορφωμένων ανδρών ευγενικής καταγωγής και κατά κανόνα με αρκετή περιουσία, έτσι ώστε αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να προβάλλουν πράξεις γενναιοδωρίας προς όφελος ολόκληρης της πόλης.
2.2.3 Η εξέλιξη της πολιτικής τάξης: Είναι λοιπόν προφανής η ύπαρξη μιας πολιτικής τάξης. Αυτή όμως η τάξη εξελίχθηκε κατά τη διάρκεια των δύο αιώνων της ιστορίας της δημοκρατικής Αθήνας. Μέχρι τον Πελοποννησιακό πόλεμο, οι άνδρες που βρίσκονται στο προσκήνιο ανήκουν όλοι ή σχεδόν όλοι στις παλαιές εκείνες αθηναϊκές οικογένειες που κυριαρχούσαν στην πόλη ήδη από τον 6ο αιώνα. Από το 430 περίπου, βλέπουμε να εμφανίζονται στο προσκήνιο άνδρες λίγο διαφορετικής καταγωγής, που δεν έχουν πίσω τους ένδοξους προγόνους και που τα εισοδήματα τους προέρχονται από την εκμετάλλευση εργαστηρίων ή μεταλλωρυχείων.
Αυτή είναι η περίπτωση. για παράδειγμα, των περίφημων «δημαγωγών» του τέλους του αιώνα, τους οποίους χλευάζει ο Αριστοφάνης και τους κατηγορεί ότι δεν μπορούν να σταθούν στις συνελεύσεις, ο περίφημος Κλέων ιδιοκτήτης βυρσοδεψείου, ο Υπέρβολος ο αγγειοπλάστης, ο οργανοποιός Κλεοφών, ή ακόμα ο έμπορος προβάτων Λυσικλής. Όλοι αυτοί οι άνδρες ηταν πλούσιοι, αλλά οι σχέσεις τους με τον κόσμο του εμπορίου και της βιοτεχνίας τούς υποβίβαζε στα μάτια εκείνων που θεωρούσαν τις δραστηριότητες αυτές ανάξιες για έναν ελεύθερο άνθρωπο.
Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς για τα αίτια της εξέλιξης αυτής της πολιτικής τάξης, εξέλιξης που επιβεβαιώνεται τον επόμενο αιώνα, όταν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί άνδρες που γνωρίζουμε σήμερα προέρχονταν από αυτές τις τάξεις. Είναι βέβαιο ότι η εξέλιξη σχετίζεται με το γεγονός ότι η ανάπτυξη της πόλης κατά τον 5ο αιώνα μετέβαλε το χρήμα σε αξία που έχαιρε όλο και μεγαλύτερης εκτίμησης. Για να επανδρωθούν τα πλοία του στόλου, για να οργανωθούν οι μεγάλες γιορτές της πόλης, για να χρηματοδοτηθούν οι μακρινές αποστολές, τα χρήματα των πλουσίων γίνονταν όλο και πιο απαραίτητα και η προέλευσή τους έπαυε να έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι ο πλούσιος τεχνίτης διέθετε ευκολότερα ρευστό χρήμα σε σχέση με τον μεγαλοϊδιοκτήτη γης, που συχνά αναγκαζόταν να υποθηκεύσει την περιουσία του για να αντιμετωπίσει τις δαπάνες που απαιτούνταν για την επιτυχία της πολιτικής καριέρας. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί όροι (πέτρινες στήλες όπου αναγραφόταν η υποθήκευση των κτημάτων) που βρίσκονται στην Αττική χρονολογούνται στον 4ο αιώνα, και ότι οι δικανικοί λόγοι αναφέρουν την περίπτωση πλούσιων ανδρών που αναγκάστηκαν να υποθηκεύσουν τις γαίες τους για να καλύψουν μια δαπανηρή λειτουργία.
Η εξέλιξη της πολιτικής τάξης δεν σημαίνει και εξέλιξη κοινωνική, όπως θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει. Μάλιστα, ιδιοκτήτες γης και ιδιοκτήτες δούλων θεωρούνταν ομοίως εισοδηματίες. Ο πλούτος παρέμενε αν όχι το κριτήριο, τουλάχιστον το απαραίτητο μέσο για την πρόσβαση στην τάξη των πολιτικών.
2.3 II παθητικότητα του δήμου, μύθος ή πραγματικότητα; Από την ύπαρξη της πολιτικής αυτής τάξης θα μπορούσαμε, άραγε, να συμπεράνουμε ότι οι συζητήσεις εκ των οποίων προέρχονταν οι επιλογές που δέσμευαν το σύνολο της πόλης, ανάγονταν στην πραγματικότητα σε εσωτερικές διαμάχες της τάξης αυτής; Αυτό υποστήριξαν ορισμένοι από τους ιστορικούς της εποχής μας, στηριζόμενοι στις προσωπικές αντιπαλότητες που μαρτυρούν οι πηγές και στις συμμαχίες που μαντεύουμε ότι σχηματίζονταν γύρω από ορισμένους «ηγέτες».
Θα ήταν, ωστόσο, υπερβολικό να συμπεράνουμε ότι οι συγκρούσεις που δίχαζαν την πόλη ανάγονται σε απλές διαμάχες μεταξύ παρατάξεων και ομάδων, διαμάχες που η πλειοψηφία των πολιτών παρακολουθούσε παθητικά. Διότι, αν οι προσωπικές συγκρούσεις έφερναν αντιμέτωπα κάποια μέλη της πολιτικής τάξης – που στα κείμενα δηλώνονται μερικές φορές με τον όρο πολιτευόμενοι – οι επιλογές για τις οποίες καλούνταν να αποφανθούν οι πολίτες δεν έπαυαν να είναι πολιτικές επιλογές. Θα αναφέρουμε δύο μόνο παραδείγματα.
Την παραμονή της εκστρατείας στη Σικελία, ήλθαν αντιμέτωποι στην εκκλησία του δήμου ο Νικίας, ο οποίος ήταν αντίθετός με το εγχείρημα και το θεωρούσε επικίνδυνη περιπέτεια, και ο Αλκιβιάδης, ο οποίος ήταν αντίθετα υποστηρικτής της επιχείρησης και έλπιζε να του φέρει μεγάλη δόξα. Μπορούμε να παραδεχτούμε ότι υπήρχε προσωπική έχθρα μεταξύ των δύο ανδρών. που σχετιζόταν με τις διαφορές στην καταγωγή και την ηλικία τους.
Ο Αλκιβιάδης ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια και ήταν νέος. Το εισόδημα του Νικία προερχόταν από την εκμετάλλευση ορυχείων και ο ίδιος πλησίαζε την ηλικία των πενήντα χρόνων. Όμως, ο δήμος ακολούθησε τον Αλκιβιάδη επειδή, όπως παρατηρεί ο ιστορικός Θουκυδίδης, υπολόγιζε ότι η εκστρατεία θα του απέφερε υλικά οφέλη. Επρόκειτο. λοιπόν, για απόφαση που σχετιζόταν με τα συμφέροντα της πλειοψηφίας των πολιτών.
Το δεύτερο παράδειγμα είναι από την ιστορία του 4ου αιώνα. Πρόκειται για την έγκριση από την εκκλησία του δήμου της συνθήκης ειρήνης που σύναψε η Αθήνα με τον Φίλιππο της Μακεδονίας το έτος 346. Για ορισμένους, ένας από τους οποίους είναι και ο Δημοσθένης, η συνθήκη αυτή παραγνώριζε τα συμφέροντα της Αθήνας, που απειλούνταν από τη φιλόδοξη πολιτική του Μακεδόνα βασιλιά.
Για άλλους αντιθέτως. μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν και οι προσωπικοί εχθροί του Δημοσθένη. διαφύλασσε την ειρήνη που ήταν απαραίτητη για την εσωτερική ισορροπία της πόλης. Ο δήμος επέλεξε την ειρήνη και ο Δημοσθένης αναγκάστηκε να συναινέσει και να υπερασπιστεί την αρχή της ειρήνης.
Οι συγκρούσεις που έφερναν αντιμέτωπους τους πολιτικούς άνδρες. με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη μακροχρόνια διαμάχη μεταξύ του Δημοσθένη και του Αισχίνη, σχετικά με τη στάση που έπρεπε να υιοθετηθεί απέναντι στη μακεδονική απειλή, δεν υποδηλώνουν απαραίτητα την παθητικότητα των πολιτών έναντι των αποφάσεων που όφειλαν να λάβουν, εφόσον τελικά οι δικές τους ψήφοι ήταν εκείνες που καθόριζαν τον προσανατολισμό που θα υιοθετούσε η πολιτική της πόλης. Μένει, ωστόσο, το ερώτημα κατά πόσο ήταν αλήθεια αυτό που μαρτυρούν ορισμένοι σύγχρονοι της εποχής εκείνης σχετικά με την ολοένα αυξανόμενη αδιαφορία των πολιτών για τις δημόσιες υποθέσεις.
Η εξαίρεση των φτωχών από την πολιτική ιδιότητα το 322
… ὁ δῆμος οὐκ ὤν ἀξιόμαχος ἠναγκάσθη τήν ἐπιτροπήν καί τήν ἐξουσία πᾶσαν Ἀντιπάτρῳ δοῦναι περί τῆς πόλεως. ὁ δέ φιλανθρώπως αὐτοῖς προσενεχθείς συνεχώρησεν ἔχειν τήν τέ πόλιν καί τάς κτήσεις καί τ’ ἄλλα πάντα· τήν δέ πολιτείαν μετέστησεν ἐκ τῆς δημοκρατίας καί προσέταξεν ἀπό τιμήσεως εἶναι τό πολίτευμα καί τούς μέν κεκτημένους πλείω δραχμῶν δισχιλίων κυρίους εἶναι τοῦ πολιτεύματος καί τῆς χειροτονίας. τούς δέ κατωτέρω τῆς τιμήσεως ἅπαντας ὡς ταραχώδεις ὄντας καί πολεμικούς ἀπήλασε τῆς πολιτείας καί τοῖς βουλομένοις χώραν ἔδωκεν εἰς κατοίκησιν ἐν τῇ Θράκῃ. οὗτοι μέν οὖν ὄντες πλείους τῶν [δισ]μυρίων καί δισχιλίων μετεστάθησαν ἐκ τῆς πατρίδος, οἱ δέ τήν ὡρισμενην τίμησιν ἔχοντες περί ἐννακισχιλίους ἀπεδείχθησαν κύριοί τῆς τε πόλεως καί χώρας καί κατά τούς Σάλωνας νόμους ἐπολιτεύοντο·
Απόδοση: [Ο λαός, επειδή δεν είχε τη δύναμη να συνεχίσει τον πόλεμο, αναγκάστηκε να αναθέσει στον Αντίπατρο όλη την κηδεμονία και την εξουσία της πόλης. Κι εκείνος συμπεριφέρθηκε με επιείκεια και τους επέτρεψε να διατηρήσουν την πόλη. τις κτήσεις και όλα τα άλλα. Όμως τροποποίησε το πολίτευμα, καταργώντας τη δημοκρατία, και όρισε πολίτευμα με βάση τον καθορισμό της αξίας των εισοδημάτων των πολιτών. Έτσι, όσοι πολίτες είχαν εισόδημα πάνω από δύο χιλιάδες δραχμές, όρισε να έχουν το δικαίωμα συμμετοχής στην πολιτική ζωή και στην εξουσία.
Ενώ όλους όσους είχαν μικρότερο εισόδημα, σαν να ήταν ταραχοποιοί και φιλοπόλεμοι, τους εξόρισε από την πόλη. Τέλος, έδωσε σ’ όσους το επιθυμούσαν γη για να κατοικήσουν στη Θράκη. Αυτοί λοιπόν, που δεν ξεπερνούσαν τους δώδεκα χιλιάδες. εγκατέλειψαν την πατρίδα τους. ενώ όσοι είχαν το καθορισμένο εισόδημα, περίπου εννιά χιλιάδες πολίτες, ορίστηκαν κύριοι και τη πόλης και της χώρας και κυβερνούσαν σύμφωνα με τους νόμους του Σόλωνα.] Διόδωρου Σικελιώτη, Ιστορική Βιβλιοθήκη. XVIII. 18. 3-5
Η ψηφοφορία για την εκστρατεία στη Σικελία το 415
Καί ἔρως ἐνέπεσε τοῖς πᾶσιν ὁμοίως ἐκπλεῦσαι. Τοῖς μέν γάρ πρεσβυτέροις ὡς ἤ καταστρεψομένοις ἐφ ἅ ἔπλεαν ἤ οὐδέν ἄν σφαλεῖσαν μεγάλην δύναμιν, τοῖς δ’ ἐν τῇ ἡλικίᾳ τῆς τέ ἀπούσης πόθῳ ὄψεως καί θεωρίας, καί εὐέλπιδες ὄντες σωθήσεσθαι. ὁ δέ πολύς ὅμιλος καί στρατιώτης ἐν τέ τῷ παρόντι ἀργύριον οἴσειν καί προσκτήσεσθαι δύναμιν ὅθεν ἀίδιον μισθοφοράν ὑπάρξειν. ὥστε διά τήν ἄγαν τῶν πλεόνων ἐπιθυμίαν, εἰ τῷ ἄρα καί μή ἤρεσκε, δεδιώς μή ἀντιχειροτονῶν κακόνους δδξειεν εἶναι τή πόλει ἡσυχίαν ἦγεν.
Απόδοση [Όλους τους κατέλαβε εξίσου η επιθυμία να αποπλεύσουν. Τους πιο ηλικιωμένους διότι πίστευαν η ότι θα υποτάξουν τα μέρη εναντίον των οποίων έπλεαν ή τουλάχιστον, ότι δεν θα καταστρεφόταν μια τόσο μεγάλη δύναμη. Εκείνους που βρίσκονταν σε ώριμη ηλικία, διότι αφ’ ενός μεν επιθυμούσαν να δουν και να γνωρίσουν τη μακρινή αυτή χώρα. και αφ’ ετέρου διότι είχαν την ελπίδα ότι θα σωθούν.
Τέλος, το μεγάλο πλήθος και τους στρατιώτες, διότι πίστευαν ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις θα κέρδιζαν χρήματα και ότι μελλοντικά η πόλη θα αποκτούσε πρόσθετη ηγεμονία, που θα τους απέφερε ατελείωτη μισθοδοσία. Έτσι. λόγω της υπερβολικής επιθυμίας των περισσοτέρων, ακόμη και αν τυχόν κάποιος δεν επιθυμούσε την εκστρατεία, από φόβο μήπως φανεί εχθρικά διακείμενος προς την πόλη, δεν ψήφιζε κατά της εκστρατείας και σώπαινε.] Θουκυδίδου, Ιστοριών, ΣΤ. 24. 3-4
Από ένα Λαό που οι θεοί τον ευλόγησαν και μπόρεσε να βαστάξει το βάρος και τον πόνο μιας τόσο μεγάλης δημιουργίας σε γνώση, μύθο, τέχνη, ποίηση, ιστορία και φιλοσοφία στα πεντακόσια χρόνια ακμής του στην κλασσική παιδεία, τι θα μπορούσαν να διδαχθούν άραγε οι γενιές των ανθρώπων;
Στα ίχνη του υπέροχου και λαμπρού κόσμου που έφτιαξαν οι Έλληνες στην αρχαία Ελλάδα, πόσο μπορούν να βαδίσουν σήμερα οι δικές μας γενιές;
Πόσο μπορούν να πλησιάσουν αυτήν την αστείρευτη πηγή της αλήθειας και της γνώσης, για να φτιάξουν τον δικό τους κόσμο;
Πόσο μπορούμε να προπαρασκευάσουμε την ψυχή μας, για να κατανοήσουμε το πνευματικό μεγαλείο της ελληνικής παιδείας, που όσο και αν υπάρχει, όσο και αν μας ανήκει σαν κληρονομιά, αυτή καθορίζει από την στάση μας, τι θα μας δώσει, χωρίς να μας το χαρίσει.
Πάντοτε θα υπάρχει το πρόβλημα της παιδείας ζωντανό στο Έθνος και στο άτομο, με την επίγνωση ότι δεν κερδίζεται μια για πάντα για να την πάρεις ως αποσκευή στο ταξίδι της ζωής.
Κερδίζεται και ξανακερδίζεται σε κάθε βήμα του ταξιδιού σου, σε κάθε σταθμό της διαδρομή σου, και κάθε συνειδητή στιγμή της ζωής σου, που είναι για τον Λαό πάλη ανειρήνευτη και δρόμος τραχύς.
Διότι οι πνευματικές συνθήκες της ζωής που βρίσκει μια δοσμένη γενιά, είναι το πνευματικό κληροδότημα της παιδείας από την προηγούμενη, η δοκιμασμένη γνώση του παρελθόντος, πεδίο στοχασμού για να πορευθεί σοφότερη προς το μέλλον.
Το τι έχει να σου δώσει, εάν έχει να δώσει, πάντοτε έχει σχέση με το τι θέλεις εσύ να λάβεις, από μια κλασσική παιδεία, που σου λέει ότι ο δρόμος της δημοκρατίας και της ελευθερίας διαχρονικά περνάει μέσα από τους δικούς σου αγώνες και τις δικές σου θυσίες, τόσο ως άτομο, όσο και ως Λαός.
Εάν αυτό το πνευματικό θαύμα της κλασσικής Ελλάδας στην παιδεία όρισε τον άνθρωπο ως «μέτρο πάντων», σημείο αναφοράς κάθε πολιτικής, κοινωνικής και φιλοσοφικής κοσμοθεωρίας, συντελέσθηκε σ’ αυτόν τον Ελλαδικό χώρο, είναι γιατί μόνο εδώ, έναντι των βάρβαρων Λαών, υπήρξαν συνθήκες Δημοκρατίας και Ελευθερίας.
Και είναι το πρώτο και το έσχατο μήνυμα που έπρεπε να είχαμε λάβει ως παιδεία από το παρελθόν, μήνυμα που σφραγίζει ερμητικά την αμφίδρομη σχέση της παιδείας με το δίπτυχο ελευθερία-δημοκρατία.
Διότι μόνο σε συνθήκες πραγματικής δημοκρατίας και ελευθερίας μπορεί να υπάρξει παιδεία για το άτομο και τον Λαό μας.
Αλλά και μόνο όταν έχεις παιδεία, απαιτείς ως Λαός το δικαίωμα σου στην δημοκρατία και την ελευθερία, και εμείς αυτήν την παιδεία την είχαμε και την έχουμε, απλώς την λησμονήσαμε και απομακρυνθήκαμε από αυτήν, ή την στερηθήκαμε από την πολιτεία, η οποία με άλλα πρότυπα μας παιδεύει, με ξένα ιδανικά μας χειραγωγεί, Ευρωπαϊκά ή Αμερικάνικα, αλλότρια προς τον δικό μας κόσμο, ένα κόσμο ελληνομαθή, στον οποίο ενώ οι ξένοι υποκλίθηκαν, εμείς του γυρίσαμε την πλάτη.
Για ποια παιδεία ως Έλληνες πολίτες αυτής χώρας μπορούμε να ομιλούμε σήμερα;
Για την παιδεία του πολιτικού μας συστήματος και της ηγεσίας μας, που μετρά με την μεζούρα της οικονομίας ως εμπόρευμα την δημοκρατία και την ελευθερία;
Για αυτούς που αντί να είναι εντολείς κατάντησαν εντολοδόχοι ξένων;
Για την εφιαλτική παρακμή και τα απροκάλυπτα ψεύδη;
Για το χαμηλό έως θλιβερό θέαμα της βουλής;
Για τα ευτελή επιχειρήματα και τους ανόητους διαξιφισμούς;
Για τα φαινόμενα των διαγραφών που είδαμε και των εγγραφών που θα δούμε ως ισοδύναμα, στον βωμό της απαραίτητης «τυραννικής» πλειοψηφίας;
Για αυτούς που νόμισαν ότι έχουν κλίση στην πολιτική και επειδή δεν την κατάλαβαν το γύρισαν στη σοφιστική;
Ή μήπως να ομιλήσουμε για την παιδεία του Λαού, που τόσα έχει υποστεί, τόσα έχει υποφέρει, κοροϊδίες, εμπαιγμούς, περιφρόνηση, βαρβαρότητα, αλλοίωση του χαρακτήρα του, απώλεια της μνήμης του και της καταγωγής του, σε μια κοινωνία εν έτη 2016 όπου το ζητούμενο είναι αν υπάρχει ελευθερία και δημοκρατία που σίγουρα δεν υπάρχει;
Ένα Λαό που δεν έχει καταλάβει ακόμα ότι αντί να ακούει τα μη γενόμενα του μέλλοντος πρέπει να σκέπτεται τα γενόμενα του παρελθόντος;
Διότι παιδεία είναι η ορθή κρίση και το πολιτικό αισθητήριο που πρέπει να έχουμε ως Λαός και εμείς δεν έχουμε !
Παιδεία είναι η αλληλεγγύη των γενεών, ως ιερό χρέος της δικής μας για ελπιδοφόρο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον που θα παραδώσουμε στην επόμενη !
Παιδεία είναι η ισονομία των πολιτών και οι ίσες ευκαιρίες διορισμού στα αξιώματα της πολιτείας που πολιορκείτε και κατακλύζεται από συγγενείς και φίλους των πολιτικών αρχόντων πέρα και έξω κάθε αξιοσύνης !
Παιδεία είναι να υπερασπίζεσαι την αξιοπρέπεια σου και να ορίζεις τι ανέχεσαι και τι δεν ανέχεσαι !
Παιδεία είναι να τολμάς και να μην φοβάσαι !
Μόνο ένας απαίδευτος Λαός χωρίς παρελθόν παιδείας και αντανακλαστικά επιβίωσης, ανέχεται αυτά, που είναι ανιστόρητος, και μαθημένος να υποτάσσεται και να τρομοκρατείται. Παραφράζοντας τη ρήση του τραγικού ποιητή Σοφοκλή θα έλεγα: πολλά τα δεινά κουδέν απαίδευτου λαού δεινότερον πέλει (πολλά τα κακά, αλλά χειρότερο κακό από ένα Λαό χωρίς παιδεία δεν υπάρχει).
Δεν ήμασταν αυτός ο Λαός!
Αυτός ο Λαός καταντήσαμε, γιατί δεν αντισταθήκαμε και δεν θέλουμε να αντισταθούμε, θυσιάζοντας κάτι περισσότερο της ατομικής μας βολής για την κοινωνία.
Στην σύγχρονη εποχή που ζούμε έχουμε αντικαταστήσει τις πνευματικές αξίες του ανθρώπου που δίνουν πραγματικό νόημα στην ζωή του ως ύπαρξη, με τις υλικές και φθαρτές αξίες της απληστίας και του πλουτισμού που μόνο δεινά του επιφυλάσσουν.
Πάντοτε ο Λαός θα αποτελεί αντικείμενο στυγνής εκμετάλλευσης μωροφιλόδοξων δημαγωγών της πολιτικής και θύμα της οικονομικής ολιγαρχίας όσο στερείται παιδείας, παιδεία για το πως σκέπτεται, για το πω ς πράττει, για το πώς πολιτικά συμπεριφέρεται και για το πώς πρέπει να κυβερνά και να κυβερνιέται.
Στο άθλημα της δημοκρατίας και της ελευθερίας, το μόνο όπλο που μπορεί να έχει ο άνθρωπος, είναι αυτός ο αφηρημένος και πλούσιος σε περιεχόμενο όρος που λέγετε «ελληνική παιδεία «, όρος που σημαίνει ταυτόχρονα πολιτισμός, διαφωτισμός και ουμανισμός, αξίες διαχρονικές που τον θωρακίζουν ψυχικά και πνευματικά για να συνεχίσει τον αγώνα του σ’ ένα κόσμο σύγχρονο και πολύπλοκο που δεν έχει αρχές και αξίες και επιβουλεύεται την υποταγή και την εξαθλίωση του.
Η ελληνική παιδεία πρώτη ανακάλυψε –τον άνθρωπο, την αξία της προσωπικότητα του και την δύναμη του λογικού του- ως ανεξάρτητο και ελεύθερο πολίτη.
Η ιστορία δεν γνώρισε μεγαλύτερη ανακάλυψη από αυτήν και ίσως να μην γνωρίσει ποτέ, μια και για τον άνθρωπο δεν υπάρχει πολυτιμότερο πράγμα από τον ίδιο τον άνθρωπο.
Κανείς δεν αμφισβητεί την σπουδαιότητα και την αναγκαιότητα των επιτευγμάτων της επιστήμης, την εξειδίκευση και την πολυμάθεια, τις σύγχρονες μορφές παραγωγής αγαθών που προσβλέπουν στην άμετρη κατανάλωση που διευκολύνουν και εξωραϊζουν τον υλικό μας βίο.
Κατακτήσεις σημαντικές που απευθύνονται στον άνθρωπο, χωρίς να προσδιορίζουν όμως για ποιόν άνθρωπο; Τον ελεύθερο ή τον υποταγμένο;
Γιατί η μεγαλύτερη κατάκτηση του ανθρώπου στην ιστορία του, ήταν η ελευθερία που πρωτογνώρισε σε μια πεπαιδευμένη δημοκρατία της κλασσικής Ελλάδας.
Σ’ ένα Λαό με παιδεία, η σχέση του με την ηγεσία, πρέπει να καθορίζεται από τον βαθμό που υπηρετείται και διασφαλίζεται η δημοκρατία και η ελευθερία του.
Εάν η αμφισβήτηση της δημοκρατίας και της ελευθερίας από ξένο παράγοντα αποτελεί «casus belli «, τότε η παραβίαση αυτών από δική του ηγεσία πρέπει να αποτελεί το λιγότερο αιτία ανατροπής της.
Αυτό υπαγορεύει η ελληνική συνείδηση.
Αυτό υπαγορεύεται σ’ ένα Λαό που γνωρίζει Ιστορία και θέλει να επαίρεται για την ελληνική του παιδεία.
Το βιβλίο «Τα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών» του Σεργίου Νείλου, το μετέφρασε από την ρωσική γλώσσα στην γαλλική ο Roger Lambelin και έτσι έγινε γνωστό και στις άλλες χώρες όταν κυκλοφόρησε, τον Φεβρουάριο του 1925. Κατόπιν, από την γαλλική γλώσσα μεταφράστηκε στην ελληνική.
Ο Roger Lambelin είχε ασχοληθεί επισταμένως με το θέμα της προσπάθειας των σιωνιστών να κυβερνήσουν απολυταρχικά ολόκληρο τον κόσμο. Στο βιβλίο του με τον τίτλο «Ο ιμπεριαλισμός του Ισραήλ» που εκδόθηκε στην Γαλλία από τον Bernard Grasset to 1924 αναφέρει πολλά για την Ελλάδα.
Στην σελίδα 164 γράφει ότι, όταν η Ελλάς επεκτάθηκε γεωγραφικά (εννοεί με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών) οι εβραίοι της Θεσσαλονίκης φρόντισαν στις πρώτες εκλογές να μπουν στην ελληνική Βουλή. Ο Δημήτριος Γούναρης (ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδος, το 1920) ανέθεσε στον κ. Mallach, αντιπρόσωπο (βουλευτή) της Θεσσαλονίκης, το χαρτοφυλάκιο των οικονομικών ώστε να είναι αρεστός στον πρωθυπουργό της Αγγλία (David) Lloyd George και στις δυνάμεις της Αντάντ. Αυτά γράφονται εδώ ως απόδειξη ότι ο Roger Lambelin γνώριζε καλά τις καταστάσεις της εποχής του.
Προλογίζοντας λοιπόν την μετάφραση «των πρωτοκόλλων» ο γάλλος συγγραφέας, γράφει (αντιγράφεται το κείμενο όπως επ’ ακριβώς μεταφράστηκε τότε):
Διά να δείξωσι την δύναμίν των οι Ιουδαίοι θα καταβάλωσι και θα υποδουλώσωσι διά της δολοφονίας και του εκφοβισμού ένα των λαών της Ευρώπης. Προοδευτικός φόρος επί του κεφαλαίου και δάνεια Κρατικά θα αποκαταστρέψωσι τούς Χριστιανούς τούς οποίους άθεος διδασκαλία θα έχει ανηθικοποιήσει και η επί τόσον χρόνον αναμενόμενη ώρα θα σημάνει. Ὁ Βασιλεύς των Ιουδαίων, ενσάρκωσις του Πεπρωμένου, θα βασιλεύσει επί του καταδαμασθέντος σύμπαντος.
Αναλύοντας τα όσα σημαντικά στοιχεία υπάρχουν στα γραφόμενα του Roger Lambelin τα συμπεράσματα είναι εντυπωσιακά. Πρώτα απ’ όλα γίνεται αυτομάτως κατανοητό ότι όλα αυτά αφορούν την Ελλάδα διότι δεν υπάρχει άλλο κράτος αυτή την στιγμή στην Ευρώπη στο οποίο να ταιριάζουν τόσο αρμονικά τα γραφόμενα.
Πριν λίγα χρόνια αυτό δεν ήταν εμφανές αλλά τώρα είναι πασιφανές. Τα κρατικά δάνεια είναι αυτά τα οποία αποτελούν το δημόσιο χρέος και προοδευτικός φόρος είναι αυτός που αυξάνεται συνεχώς χωρίς σταματημό. Αυτά τα δύο θα καταστρέψουν τους
Έλληνες. Αυτό ακριβώς γίνεται σήμερα και πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι δεν υπάρχει σωτηρία, όχι γιατί όντως δεν υπάρχει σωτηρία, αλλά διότι έχουν προαποφασίσει το τέλος των Ελλήνων με αυτές τις δικαιολογίες.
Η άθεος διδασκαλία, που επιβλήθηκε σκοπίμως, τόσα χρόνια όντως έχει απομακρύνει τους Έλληνες από τις παραδοσιακές τους αξίες, ποδοπατήθηκαν οι αρετές, με αποτέλεσμα να διαλυθεί η οικογένεια και να κατακερματιστεί η κοινωνία. Οι Έλληνες είναι πολύ φοβισμένοι, καταπτοημένοι και απογοητευμένοι, αυτό που μένει είναι η δολοφονία τους, σύμφωνα πάντα με τον συγγραφέα. Αυτό το θέλουν οι σιωνιστές, όσο υπερβολικό και αν φαίνεται τώρα, διότι Νέα Τάξη με Έλληνες δεν μπορεί να υπάρξει.
Στην πρώτη πρόταση του κειμένου είναι γραμμένο ότι όλα αυτά τα υποκινούν οι Εβραίοι για να δείξουν την δύναμή τους στους άλλους λαούς αδρανοποιώντας και θυσιάζοντας τον ελληνικό. Έτσι έχουν διπλό όφελος. Αδρανοποιούν τους λαούς πολλών χωρών και ταυτοχρόνως απαλλάσσονται από τον λαό-εμπόδιο. Αυτά είναι τα σχέδιά τους, αλλά δεν σημαίνει ότι θα πραγματοποιηθούν. Η φυλετική εμπάθεια εναντίον των Ελλήνων μπορεί να είναι εμφανής αλλά και ο ελληνικός λαός δεν είναι εύκολα τιθασεύσιμος.
Η τελευταία πρόταση του κειμένου δείχνει απροκάλυπτα τους σκοπούς των σιωνιστών αλλά και την δύναμη της Ελλάδος. Όταν θα ξεμπερδέψουν με την Ελλάδα, τότε ο Βασιλεύς των Ιουδαίων, δηλαδή αυτός που ονομάζουμε Αντίχριστος, θα βασιλεύσει στο καταδαμασθέν σύμπαν.
Θέλουν πρώτα να ξεμπερδέψουν με την Ελλάδα. Με την Ελλάδα όρθια δεν μπορεί να βασιλεύσει ο Βασιλεύς τους στο καταδαμασθέν σύμπαν, διότι η Ελλάδα έχει την αλήθεια. Και γιατί το ονομάζει «καταδαμασθέν» το σύμπαν; Διότι το αναδημιούργησε ο Μέγας Αρχιτέκτων.
Όταν ο γάλλος συγγραφέας αναφέρεται σε μη σιωνιστές χρησιμοποιεί την λέξη που χρησιμοποιούν οι σιωνιστές για τους υπόλοιπους, «γκόιμ», στα αγγλικά “guyim”, στα γαλλικά “goys”, που όπως μας πληροφορούν τα γνωστικά βιβλία γκόιμ είναι πλάσματα που μοιάζουν με ανθρώπους μόνο στην εξωτερική εμφάνιση. Δεν είναι κανονικοί άνθρωποι. Φαίνονται σαν να είναι άνθρωποι. Η πληροφορία αυτή είναι χρήσιμη διότι στο διαδίκτυο διατίθεται το βιβλίο «Τα πρωτόκολλα των σοφών της Σιών» δωρεάν αλλά αυτή η λέξη “Goym” παραμένει αμετάφραστη. Επίσης, στο ίδιο ηλεκτρονικό βιβλίο, αντί να γράψουν «ένα των λαών της Ευρώπης», έγραψαν «ίνα των λαών της Ευρώπης» με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μην καταλαβαίνει το νόημα.
Αρέσει δεν αρέσει στα νεοταξικά ανθελληνικά παράσιτα, αυτή είναι -δυστυχώς- η σκληρή αλήθεια!
Αν δεν αντιδράσουμε τώρα που ακόμη έχουμε την δυνατότητα, να τους στείλουμε με συνοπτικές διαδικασίες από εκεί που ήρθαν, σε λίγο θα είναι πολύ αργά.
Μετά από την υπερπτήση ελικοπτέρου πάνω από την νησίδα Ζουράφα, ήρθε και το σχετικό δημοσίευμα να επιβεβαιώσει αυτό που πολλοί φοβούνται στην Αθήνα.
Η Άγκυρα προσπαθεί με επιμονή να δημιουργήσει ένταση στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Και το κάνει πλέον απροκάλυπτα.
Η YENI CAG δημοσιεύει άρθρο του Ahmet Takan με τίτλο «Η Ελλάδα έβαλε στο μάτι ένα ακόμα νησί μας».
Ειδικότερα στο υπόψη άρθρο αναφέρεται ότι:
“Πώς η Ελλάδα κατέλαβε τα νησιά και τις βραχονησίδες μας στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο και πώς τους ανοίγει το δρόμο το ΑΚΡ.
Ο πρώην Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, Επιτελικός Συνταγματάρχης εν αποστρατεία Umit Yalım έδειξε με έγγραφα στην κοινή γνώμη τις πικρές αλήθειες που κάποιοι επιθυμούν να παραβλέπουν. Εδώ και χρόνια φωνάζουμε δυνατά: «Ξεκίνησε πρώτα από τη Δύση η εισβολή, η αφαίρεση των εδαφών μας. Κατατεμαχιζόμαστε από τη Δύση». Αυτό γίνεται εμφανές με τις πιο οδυνηρές, τις πιο επώδυνες εμπειρίες μας στα εδάφη μας στα ανατολικά και ΝΑ της χώρας. Ο Ουμίτ Γιαλίμ, που παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τα παράνομα τετελεσμένα γεγονότα και την κατάκτηση των εδαφών της πατρίδας στα δυτικά μίλησε στη Yeni Cag για τις τελευταίες εξελίξεις. Ο Γιαλίμ είπε ότι η Ελλάδα κατέλαβε την τουρκική νήσο Ζουράφα.
Το νησί Ζουράφα, ανήκει στην τουρκική Δημοκρατία. Πρόκειται για νησί στο μέγεθος της Χάλκης, που βρίσκεται κοντά στην Κωνσταντινούπολη. Γεωγραφικά, η Ζουράφα βρίσκεται 5.5 μίλια δυτικά ανατολικά της Σαμοθράκης, μεταξύ του δήμου Εnez της Αδριανούπολης και της Ίμβρου.
Στην επίσημη ιστοσελίδα του, το Ελληνικό Επιτελείο των Ενόπλων Δυνάμεων, την Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016, ανέφερε ότι «Ένα τουρκικό ελικόπτερο S-70 (Sikorsky), την Τετάρτη 13 Ιανουαρίου, στις 10.40΄, εκτέλεσε πτήση 600 πόδια πάνω από τη νήσο Ζουράφα». Στην ανακοίνωση δε, αναφέρεται ότι το έπραξε «σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες».
Η ανάρτηση στα αγγλικά του ελληνικού Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας είχε τίτλο «Turkish Helicopter Overflight» τη στιγμή που ο όρος «Οverflight» χρησιμοποιείται για τις πτήσεις που εκτελούνται πάνω από τα εδάφη μίας χώρας.
Το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας με τον τίτλο «Turkish Helicopter Overflight» που χρησιμοποίησε στην ανάρτηση, επιχειρεί να δώσει την εντύπωση ότι το τουρκικό ελικόπτερο που πέταξε πάνω από τη Ζουράφα είναι σαν να πέταξε πάνω από Ελληνικό έδαφος.
Παρόλο που η πτήση ενός τουρκικού ελικοπτέρου πάνω από τουρκικό νησί είναι ό,τι πιο φυσικό, το ότι το ελληνικό Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας το αναφέρει στην επίσημη ιστοσελίδα του και με αυτό τον τίτλο, εγείρει κάποια ερωτήματα.
Χάρη στον Ταγίπ Ερντογάν και την κυβέρνηση του ΑΚΡ, η Ελλάδα που κατέλαβε και προσάρτησε 16 νησιά και μία βραχονησίδα, τώρα εποφθαλμιά και τη Ζουράφα; Η Ελλάδα που δεν έλαβε ούτε μία νότα από την κυβέρνηση του ΑΚΡ σχετικά με την κατάκτηση των νησιών, τώρα ετοιμάζεται να εισβάλλει και στη Ζουράφα;
Ο Ουμίτ Γιαλίμ δήλωσε: «Το τουρκικό Γενικό Επιτελείο δεν έλαβε κανένα μέτρο για τα Ελληνικά ελικόπτερα που παραβίασαν επί ώρες τον εναέριο χώρο μας στις 21 Αυγούστου 2015, στις 8 Δεκεμβρίου 2015 και στις 23 Δεκεμβρίου 1015, ούτε δημοσίευσε στην ιστοσελίδα του τις παραβιάσεις.
Το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο, στις 15 Σεπτεμβρίου 2015, εμπόδισε τουρκικά αεροσκάφη να πετάξουν πάνω από το νησί μας, το Φαρμακονήσι, και το δημοσίευσε στην ιστοσελίδα του. Το ίδιο κάνει και τώρα δημοσιεύοντας την πτήση τουρκικού ελικοπτέρου πάνω από την τουρκική νήσο Ζουράφα.
Οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις λαμβάνοντας υπόψη τις βραχονησίδες και τα νησιά μας στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο δεν πρέπει να δώσουν ποτέ την ευκαιρία σε μία νέα κατάκτηση».
O Αλέξανδρος Υψηλάντης, αρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1792 και ήταν γιος του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, και της Ελισάβετ το γένος Βακαρέσκου, μίας από τις μεγαλύτερες οικογένειες της Ρουμανίας.
Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ήταν γόνος εύπορης και ισχυρής οικογένειας του Βυζαντίου με καταγωγή από τα Ύψαλα της Τραπεζούντας στον Πόντο.
Ο ιστορικός της Ελληνικής Επανάστασης και γραμματέας του Δημήτριου Υψηλάντη, αρχιστράτηγου και αδελφός του αρχηγού της Επανάστασης, Ιωάννης Φιλήμονας αποτελεί σημαντική πηγή για την διαδρομή της οικογένειας Υψηλάντη. Ο Φιλήμονας αναφέρει ότι η οικογένεια Υψηλάντη μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης κατέφυγε στην αυλή των Κομνηνών της Τραπεζούντας, μαζί με άλλες ισχυρές οικογένειες της αυτοκρατορίας (οικογένεια Μουρούζη, κλπ).
Ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης, πατέρας του Αλέξανδρου, υπήρξε μέγας διερμηνέας, και μεταφραστής στρατιωτικών εγχειριδίων. Ηγεμόνας της Μολδαβίας, ήρθε σε επαφή με τους Ρώσους για να εξυπηρετήσει τα ελληνικά συμφέροντα και όταν το 1806 πληροφορήθηκε ότι οι Οθωμανοί θα το αποκεφάλιζαν κατέφυγε στη Ρωσία.
Ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης από τον πρώτο γάμο του με τη Ραλλού Καλλιμάχη κόρη του ηγεμόνα της Μολδαβίας Ιωάννη Καλλιμάχη που αποκεφαλίστηκε το 1761, απέκτησε μία κόρη την Ελένη. Από το δεύτερο γάμο του με την Ελισάβετ Βακαρέσκου, απέκτησε τον Αικατερίνη και Μαρία, και τους Νικόλαο, το Δημήτριο, Γεώργιο, Γρηγόριο και τον Αλέξανδρο.
Το 1810 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κατατάχτηκε με το βαθμό του ανθυπίλαρχου στο σώμα των εφίππων σωματοφυλάκων του Τσάρου Αλέξανδρου Α΄της Ρωσίας. Διακρίθηκε στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα όπου στη μάχη της Δρέσδης, (27 Αυγούστου 1813), έχασε το δεξί του χέρι. Το 1814-1815 συμμετείχε ως μέλος της ρωσικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο της Βιέννης με τον βαθμό του υποστράτηγου.
Οι δημιουργοί της Φιλικής Εταιρίας και οι πρώτοι μυημένοι θεωρούσαν τον Υψηλάντη ως σημαντική προσωπικότητα για την επιτυχία της μυστικής οργάνωσης, η οποία είχε στόχο την απελευθέρωση του υπόδουλου ελληνικού στοιχείου.
Με την ανάληψη της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, περνάει τον ποταμό Προύθο στις 22 Φεβρουαρίου 1821 και υψώνει τη σημαία της Επανάστασης, στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας, στις 24 Φεβρουαρίου εκδίδοντας την προκήρυξη της Επανάστασης με τον τίτλο «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος».
Στις 17 Μαρτίου 1821 ο Υψηλάντης, έχοντας οργανώσει ένα γενικό σχέδιο για την Επανάσταση καθώς και σχέδιο καταστροφής του τουρκικού στόλου στην Κωνσταντινούπολη, υψώνει τη σημαία της Επανάστασης.
Ο Ιερός Λόχος καταστράφηκε στη μάχη του Δραγατσανίου στις 7 Ιουνίου 1821 και ο Υψηλάντης μαζί με υπολείμματα του στρατού του, υποχώρησαν προς τα αυστριακά σύνορα. Οι συμμαχητές του Υψηλάντη Γεωργάκης Ολύμπιος και Ιωάννης Φαρμάκης θα δώσουν την τελευταία μάχη στη Μονή Σέκου.
Ο Υψηλάντης παραδόθηκε στους Αυστριακούς, φυλακίστηκε για έξι χρόνια, απελευθερώθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1827, και δύο μήνες μετά, στις 19 Ιανουαρίου 1828 πέθανε στη Βιέννη. Ήταν μόλις 36 ετών.
Ο Υψηλάντης, όπως γράφει ο ιστορικός της Επανάστασης Σ. Τρικούπης, «είναι παράδειγμα πατριωτισμού, θυσίασε τη λαμπρή του θέση στον αυτοκράτορα, δαπάνησε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του, έγινε όμως υποχείριος ιδιοτελών, ραδιούργων, κακόβουλων και προδοτών, αναγκαζόμενος να αγωνίζεται για να σώσει τη ζωή του….
Η μνήμη του Υψηλάντη, θα μείνει αιώνια τιμημένη για όσα επιχείρησε με θάρρος και κινδύνους, για όσα έπαθε για χάρη της πατρίδας και για την τελική ευνοϊκή έκβαση του Αγώνα που τον άρχισε πρώτος».
Τον Αγώνα θα τον κλείσει ο αδελφός του, ο Δημήτριος Υψηλάντης στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 στην Πέτρα της Βοιωτίας.